ΔιαταραχέςΘεραπείαGuestbooke-mailΣκοπόςΔημοσιεύσειςΒιογραφικόForum

      

Εκδόσεις «Θερμαϊκός», διάθεση – αλυσίδα καταστημάτων Ιανός

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το κύριο νόημα της ύπαρξης των ζωντανών οργανισμών είναι η συνέχεια της ζωής μέσω της εξασφάλισης των ευνοϊκών συνθηκών, οι οποίες θα συμπίπτουν με τις αυθεντικές ανάγκες του κάθε οργανισμού, αρχικά παρέχοντας τη δυνατότητα ομαλής λειτουργίας του ίδιου και ύστερα δημιουργώντας κατάλληλες προϋποθέσεις για την αναπαραγωγή, την ανατροφή και την αντίστοιχη εκπαίδευση των απογόνων. Οι απλούστερες μορφές που ακολουθούν το στατικό τρόπο ζωής εξαναγκάζονται στην προσαρμογή, διαμορφώνοντας σταδιακά κατά την εξέλιξη την εσωτερική τους δομή και τον τρόπο λειτουργίας της, σύμφωνα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Η προσαρμοστικότητά τους αποτυπώνεται στα γονίδια, και δεν απαιτεί κάποιες άμεσες αυτόβουλες προσπάθειες. Ούτε προκύπτει κάποια ανάγκη της περαιτέρω μετάδοσης των δεξιοτήτων, αποκτηθέντων κατά την επανειλημμένη εύστοχη εφαρμογή τους.

Εάν οι συνθήκες είναι σταθερές, η κατάσταση διαιωνίζεται και δεν προκύπτει κάποια ανάγκη επιπρόσθετης προσαρμογής. Ενώ η επιβίωση σε ένα ασταθές περιβάλλον, και πολύ περισσότερο κατά τις σχετικά απότομες αλλαγές του, προϋποθέτει τη γρήγορη ανταπόκριση για έναν οργανισμό που προσπαθεί να διατηρήσει σταθερό το εσωτερικό του περιβάλλον. Όταν δηλαδή οι συνθήκες αλλάζουν συνεχώς, αλλά οι ανάγκες παραμένουν ίδιες, ένας οργανισμός καλείται να ανταποκριθεί σε αυτές ενεργά μέσω αυτόβουλης κίνησης και αντίστοιχων επιλογών.

Οι πρώτες προσαρμοστικές ικανότητες κίνησης ήδη παρουσιάζονται στα φυτά. Υπάρχουν είδη που τα άνθη τους ακολουθούν την πορεία του ήλιου, άλλα έχουν αποκτήσει σαρκοβόρες ιδιότητες και παγιδεύουν τα έντομα ή μικρά πουλιά. Αλλά οι κινήσεις τους παραμένουν αργές, και το πιο βασικό, δε συνοδεύονται από την άμεση συλλογή, μετάδοση και αποθήκευση των πληροφοριών. Οι πληροφορίες για το περιβάλλον των φυτών αποτυπώνονται στη δομική τους μορφή, και η όποια μετάδοσή τους στις επόμενες γενιές πραγματοποιείται μόνο γονιδιακά. Για το λόγο αυτό η διαδικασία παθητικής προσαρμογής είναι χρονοβόρα, αργή και συχνά συνοδεύεται από τον αφανισμό ολόκληρων γενεών ή ειδών που δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν έγκαιρα στις απαιτήσεις των περιστάσεων.

Τα πρωτόζωα εμφανίζουν πλέον τις πρώτες ικανότητες της ενεργούς προσαρμογής μέσω της ανάπτυξης της ειδικής αισθητικότητας, η οποία τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται τις πληροφορίες του περιβάλλοντος και να εξειδικεύουν τις αντιδράσεις αντίστοιχα με το είδος της κάθε πληροφορίας. Τα έντομα και τα ζώα βρίσκονται σε υψηλότερη κλίμακα εξελικτικής ανάπτυξης συγκριτικά με τα φυτά, και αυτό επιτρέπει τα πρώτα να τρέφονται με τα τελευταία, καθώς η εξασφάλιση της ζωτικότητας βασίζεται σε δύο βασικές προϋποθέσεις: στη διατήρηση της σωματικής ακεραιότητας και της εσωτερικής δομής ενός ζωντανού οργανισμού και στην ικανότητά του να εξασφαλίζει τους αναγκαίους θρεπτικούς και δομικούς πόρους από το εξωτερικό περιβάλλον.

Τα φυτά έχουν επιτύχει το στόχο αυτό με τη διαδικασία της σύνθεσης των οργανικών ουσιών από την ανόργανη ύλη. Όλα τα υπόλοιπα είδη εξαναγκάζονται στην αναζήτηση των έτοιμων θρεπτικών ουσιών τρώγοντας το ένα το άλλο. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργούνται τακτικές άμυνας και επίθεσης όπου η ενίσχυση της μιας αναπόφευκτα συνοδεύεται από την αντίστοιχη προσαρμογή της άλλης και προβάλλει την ανάγκη διαμόρφωσης μιας πολυπλοκότερης προσαρμοστικής συμπεριφοράς.

Η αρχική απλή αισθητικότητα των πρωτόζωων δεν ήταν αρκετή στη συνέχεια και εξανάγκασε τους περισσότερο περίπλοκους οργανισμούς στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος με στόχο την ευστοχότερη συλλογή και επεξεργασία των πληροφοριών και τη δυνατότητα διαμόρφωσης αποτελεσματικότερης συμπεριφοράς και αντιδράσεων, με αποκορύφωμα τη δημιουργία και την εξέλιξη ενός κεντρικού επεξεργαστή με τη μορφή του εγκεφάλου. Ο επεξεργαστής αυτός επιτρέπει την άμεση επεξεργασία των τρεχόντων φαινομένων και την αποθήκευσή τους στη μνήμη, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό την προσαρμοστικότητα των οργανισμών που τον κατέχουν μέσω της χρήσης των έτοιμων λύσεων προερχόμενων από τις παλιότερες εμπειρίες υπό τη μορφή των αντιλήψεων.

Οι βασικές αντιδράσεις όλων των οργανισμών διαμορφώνονται κατά τα εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, αποτυπώνονται σε μορφή των αντανακλαστικών και μεταδίδονται γονιδιακά ως ένστικτο, το οποίο είναι αρκετό για την εξασφάλιση της ζωτικότητας μόνο σε σχετικά σταθερό περιβάλλον. Η αστάθεια του περιβάλλοντος και πολύ περισσότερο η περίπλοκη συμπεριφορά της υποψήφιας τροφικής πηγής προβάλλει την ανάγκη ανάπτυξης της ικανότητας εκμάθησης από τη μηδενική βάση, καθώς εάν η συνειδητή συμπεριφορά και οι αυτόβουλες επιλογές ακολουθούσαν το άκαμπτο πλαίσιο των έτοιμων ενστικτωδών λύσεων, προφανώς θα προέκυπτε η αναντιστοιχία τους σε κάποιες νέες συνθήκες και αυτό θα στερούσε τους συγκεκριμένους οργανισμούς από τη δυνατότητα επιβίωσης.

Για το λόγο αυτό ένας νεοσύστατος οργανισμός έχει μηδενική αντίληψη, η οποία σταδιακά αναπτύσσεται και εμπλουτίζεται από τα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, θετικές ή αρνητικές. Οι θετικές εμπειρίες ενισχύουν μια συμπεριφορά και προτρέπουν στην επανάληψή της, ενώ οι αρνητικές την αποδυναμώνουν και εξασφαλίζουν τη μελλοντική αποφυγή της.

Όσο ένας οργανισμός ακολουθεί την πραγματικότητα και διαμορφώνει την αντίληψή του σύμφωνα με τις υπαρκτές προσωπικές εμπειρίες ή από τα έμπρακτα παραδείγματα των άλλων, η εκπαίδευσή του εξελίσσεται ομαλά, χωρίς να παρουσιάζει αποκλίσεις. Τα πράγματα αλλάζουν με την εμφάνιση της ικανότητας αφηρημένης σκέψης και με το σύστημα εκπαίδευσης, βασισμένο σε ένα άκαμπτο πλαίσιο κοινωνικών κανόνων, απαγορεύσεων, και περιορισμών μέσω της προ- σπάθειας προσδιορισμού του μόνιμου και απόλυτου «καλού» και «κακού», του θεμιτού και του ανεπιθύμητου.

Η εύπιστη εκμάθηση και η αυστηρή επιβολή των κοινωνικών προτύπων συνοδεύονται από τη σύγκρουση με την πραγματικότητα και με τις προσωπικές ανάγκες όταν οι πρώτες εφαρμόζονται δογματικά και χάνουν τη λογική τους σχέση με την τρέχουσα πραγματικότητα. Και επειδή η αντίληψη του εαυτού βασίζεται στο συναισθηματικό πλαίσιο, δημιουργούνται κατάλληλες προϋποθέσεις για ψυχολογικές συγκρούσεις και έλλειψη ικανοποίησης με την καθημερινότητα. Για παράδειγμα, στη σύγχρονη εποχή επικρατεί η αντίληψη ότι ένας άνθρωπος είναι αναγκαίο να καταναλώνει τουλάχιστον δύο λίτρα υγρών ημερησίως ή ότι ο αριθμός των γευμάτων δεν πρέπει να είναι λιγότερος από τις τρεις φορές την ημέρα. Προφανώς η αυστηρή εφαρμογή μιας τέτοιας αντίληψης δε συμπεριλαμβάνει τη βασική αρχή της προσαρμοστικότητας, όταν οι ανάγκες του συγκεκριμένου οργανισμού μπορούν να προσδιοριστούν μόνο από τον ίδιο και σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών που τον περιβάλλουν τη συγκεκριμένη στιγμή. Διότι ένας οργανισμός μπορεί να έχει μία ανάγκη από υγρά σε ένα κρύο περιβάλλον, και τελείως διαφορετική σε ένα θερμό περιβάλλον, όταν τα υγρά του σώματος με τη μορφή του ιδρώτα εξασφαλίζουν τη διατήρηση της θεμιτής θερμοκρασίας του σώματος. Το ζήτημα της κατάλληλης εκπαίδευσης για τους οργανισμούς με πολύπλοκο κοινωνικό σύστημα και ανεπτυγμένη ικανότητα αφηρημένης σκέψης αποκτά μείζων σημασία, καθώς οι ευνοϊκές περιβαλλοντικές συνθήκες συνήθως οδηγούν στην ανάπτυξη του θετικού δυναμικού της προσαρμοστικότητάς τους. Με τον τρόπο αυτό, το σύνολο των ικανοτήτων της προσωπικότητας που είναι απαραίτητο για την ικανοποίηση των προσωπικών αναγκών βρίσκει εφαρμογή στην πραγματικότητα. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να είναι πάντα ίδια με την έννοια της ομοιομορφίας της, διότι η επιρροή της ποικιλίας των συνθηκών που περιβάλλει την ανθρώπινη ύπαρξη, αρχίζοντας από την πρώτη παιδική ηλικία, διαμορφώνει και προσδιορίζει πολλές αποχρώσεις της δομής της συγκεκριμένης προσωπικότητας.

Οι εκδηλώσεις της προσωπικότητας μπορούν να διαφέρουν και ο κάθε άνθρωπος δύναται να χαρακτηρίζεται ως ήπιος ή σκληρός, καχύποπτος ή εύπιστος, με αυτοπεποίθηση ή λιγότερο σίγουρος για τον εαυτό του, μοναχικός ή έκδηλα κοινωνικός. Το άτομο μπορεί να αναπτύξει μοναδικές ικανότητες του εαυτού, αλλά προς όποια πλευρά και να κατευθύνεται η ανάπτυξη αυτή, σε κάθε περίπτωση θα αναπτύσσονται οι δικές του προσωπικές ιδιαιτερότητες που θα είναι σημαντικές μόνο για το ίδιο και αντίστοιχες στις συγκεκριμένες συνθήκες. Υπό την επίδραση ορισμένων ειδικών συνθηκών ο άνθρωπος μπορεί να αποξενώνεται από τις ιδιότητες που συνήθως τον χαρακτηρίζουν ή που είναι αναγκαίες για την ικανοποίηση των προσωπικών του αναγκών. Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος όγκος των δυνάμεων και της ενέργειάς του μετατοπίζεται προς τις προσπάθειες επίτευξης κάποιων άλλων στόχων, κατά κανόνα κάποιων κοινών θεμιτών προτύπων, μέσω αυστηρού συστήματος εσωτερικών κανονισμών. Και τότε τίποτα άλλο δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει εκτός από τις κοινές αρετές που καλείται να κατακτήσει, που θα μπορούσε να κατέχει ή που θα έπρεπε να κατέχει. Οι αρετές αυτές καθορίζονται από τις γενικά αποδεκτές αξίες, από τη δεοντολογία και από την ηθική της συγκεκριμένης κοινωνίας που περιβάλλει το κάθε άτομο.

Θα μπορούσαν να προσδιοριστούν τρεις βασικές έννοιες της κοινώς αποδέκτης ηθικής, βασισμένες σε διαφορετικές ερμηνείες της ουσίας της ανθρώπινης φύσης: Στην πρώτη περίπτωση, εκτιμάται ότι ο άνθρωπος από τη φύση του είναι αμαρτωλός, «κακός» και υποκινείται από καταστροφικά ένστικτα και αυτό καθιστά αναγκαία την επιβολή των απαγορεύσεων και των περιορισμών. Η ηθική σε τέτοια περίπτωση, αντί να διασφαλίσει την ανάπτυξη της προσαρμοστικής προσωπικότητας, προσπαθεί να δαμάσει, να καταδυναστέψει ή να ξεπεράσει τις φυσικές ανθρώπινες επιθυμίες, για να αφομοιώσει τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου ανθρώπου με τα κοινώς αποδεκτά πρότυπα, να προστατέψει τον εαυτό του και την κοινωνία που τον περιβάλλει από τις δυνητικές απειλές, που προέρχονται από τις καταστροφικές επιπτώσεις των εσωτερικών του τάσεων.

Ο σκοπός της ηθικής στη δεύτερη περίπτωση διαμορφώνεται κάπως διαφορετικά για εκείνους που ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος από τη φύση του έχει παράλληλα και «καλές» και «κακές» πλευρές. Μία τέτοια προσέγγιση μετατρέπει το νόημα της ηθικής στην προσπάθεια εξασφάλισης της τελικής «νίκης» της πρωταρχικής καλοσύνης (θετικής κατά την κοινή αντίληψη), η οποία αποσαφηνίζεται, οδηγείται και ενισχύεται από στοιχεία όπως η πίστη, η νοημοσύνη, η βούληση ή η ευγένεια, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της επικρατούσας νοοτροπίας ή κάποιου θρησκευτικού δόγματος που αποτελεί τη βάση της ιδεολογίας της συγκεκριμένης κοινωνίας.

Η έμφαση δε δίνεται αποκλειστικά στη νίκη επί του «κακού» ή στην καταστολή του, αλλά εμπεριέχει και την ανάπτυξη μιας θετικής αρχής που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Η ηθική καλείται να στηριχθεί σε κάποιου είδους υπερφυσική προσπάθεια ή σε ένα ισχυρό πρότυπο της νοημοσύνης και πίστης , τα οποία και πάλι αυτονόητα περιλαμβάνουν την επιβολή των απαγορευτικών και περιοριστικών εσωτερικών κανονισμών.

Τέλος, τα ζητήματα της ηθικής παρουσιάζονται σε εντελώς διαφορετική μορφή όταν επικρατεί η αντίληψη ότι ο άνθρωπος έχει έμφυτες εποικοδομητικές δυνατότητες εξέλιξης της προσωπικότητάς του και ότι ακριβώς αυτές ενθαρρύνουν την εφαρμογή των ενσωματωμένων ικανοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος κατά τη βάση του δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός (διότι το αντίθετο θα υπονοούσε την αρχική γνώση του καλού και του κακού), και από τη φύση του τείνει να εξελίσσει στον εαυτό του τις ικανότητες που δεν εμποδίζουν τη φυσική σκοπιμότητα.

Προφανώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποκαλύψει το προσαρμοστικό δυναμικό του, εάν δεν πιστέψει ο ίδιος στον εαυτό του, δε γίνει ενεργός και παραγωγικός, και δεν είναι σε θέση να κατακτήσει την απαραίτητη ποσότητα και ποιότητα γνώσεων για τη δομή του εσωτερικού του κόσμου, για τις πραγματικές του ανάγκες και για τους κανόνες του εξωτερικού του περιβάλλοντος, στο οποίο καλείται να ικανοποιεί τις ανάγκες αυτές. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος μπορεί να αναπτυχθεί, με την πραγματική έννοια της λέξης, μόνο στην περίπτωση της ανάληψης των αναγκαίων ευθυνών για τον εαυτό του και για την πορεία της ζωής του.

Το κύριο κριτήριο επιλογής, το τι είναι αναγκαίο να αναπτυχθεί ή να εξαλειφθεί στον εαυτό του κάθε ανθρώπου, μετατρέπεται στο ερώτημα: κατά πόσο το κάθε τι που αντιμετωπίζει κατά τη σταδιοδρομία του παρεμποδίζει ή ευνοεί την ικανοποίηση των προσωπικών του αναγκών; Όπως δείχνει η εμπειρία της ανθρωπότητας, το κάθε είδος εξαναγκασμού μπορεί εύκολα να μετατρέψει την εποικοδομητική ενέργεια σε μια μη εποικοδομητική ή και ακόμα σε καταστροφική. Αντίθε- τα, η κατάκτηση των απαραιτήτων γνώσεων για τον εαυτό του, οδηγεί τον άνθρωπο στην έλλειψη ανάγκης εσωτερικών ζουρλομανδύων για την επίτευξη της αυθεντικότητάς του ή του μαστιγίου των εσωτερικών κανονισμών που στοχεύουν στην αμετάκλητη σύμπτωση με τα κοινά πρότυπα.

Αναμφίβολα, τέτοιες πειθαρχικές τεχνικές μπορούν να βοηθήσουν αρκετά στην καταστολή των ανεπιθύμητων εκδηλώσεων, αλλά αδιαμφισβήτητο επίσης είναι το γεγονός ότι αυτές δεν μπορούν να είναι επιλεκτικές και, παρεμποδίζοντας τις ανεπιθύμητες εκδηλώσεις, παράλληλα καταστέλλουν τις υπόλοιπες πρωτοβουλίες, στερώντας από το άτομο την ικανότητα αυτοανάπτυξης.

Ο άνθρωπος από τη φύση του δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη από περιορισμούς, διότι υπάρχει πιο αποτελεσματικός τρόπος για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, που αποτελείται από την αυτογνωσία, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της ολοένα αυξανόμενης συνειδητοποίησης και κατανόησης του εαυτού του και των προσωπικών αναγκών. Συνεπώς, η αυτογνωσία, στην προκειμένη περίπτωση δεν αποτελεί τον αυτοσκοπό, αλλά χρησιμεύει ως μέσο ενεργοποίησης της αυθόρμητης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Η αναγκαιότητά της προκύπτει από την κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, κατά την οποία δέχεται περιορισμούς και απομακρύνεται από τις προσωπικές του ανάγκες και από τον πραγματικό του εαυτό.

Υπό την έννοια αυτή, η αυτογνωσία μετατρέπεται από μια ηθική υποχρέωση του κάθε ατόμου σε πρωταρχικό του ηθικό προνόμιο, καθώς οι θεμιτές αλλαγές της προσωπικότητάς του θα εξαρτώνται από την προθυμία να ερευνήσει και να επεξεργαστεί τον εαυτό του, προκειμένου να επιτευχθεί η εσωτερική ισορροπία και η αρμονία που θα βασίζονται σε μια σταθερή ικανοποίηση των προσωπικών του αναγκών. Μόνο το ίδιο το άτομο έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τα απαιτού- μενα χαρακτηριστικά τα οποία είναι αναγκαία για μια πορεία που θα συνοδεύεται από ένα σταθερό αίσθημα ικανοποίησης σε σχέση με την καθημερινότητα. Η επιτυχία της ισορροπημένης ανάπτυξης της προσωπικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιων στοιχειωδών γνωστικών θεμελίων, τα οποία δε θα διαστρεβλώνουν την αντίληψή του για τον εξωτερικό κόσμο που συχνά το αναγκάζει να καταβάλλει δαπανηρές και άστοχες προσπάθειες για την υπέρβαση των νοητών καταστάσεων και εμποδίων.

Το έργο του συγκεκριμένου βιβλίου καλείται να συμβάλλει στην απελευθέρωση της προσωπικότητας από την υπερβολική προσκόλληση στις δικλίδες των κοινωνικά αποδεκτών αξίων και συνηθισμένων πεποιθήσεων, όταν αυτές δεν αντιστοιχούν στις προσωπικές πραγματικές ανάγκες του συγκεκριμένου ατόμου σε κάθε δεδομένη κατάσταση. Με αλλά λόγια, επιχειρείται να μεταδοθεί στον αναγνώστη ένα σύνολο ελάχιστων αναγκαίων γνώσεων για τον εαυτό του, τις φυσικές ανάγκες και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, ώστε να είναι δυνατή η επίτευξη της ψυχικής ισορροπίας του.

Η σύνθετη αντίληψη του ανθρώπου εξαρτάται από τη δομή της προσωπικότητάς του, η οποία αποτελεί το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανάπτυξης του εγκεφάλου και της πολύπλοκης δομής της κοινωνίας στην οποία είναι αναγκαίο να λειτουργεί. Ωστόσο κάθε σύνθετο σύστημα, όσο πολύπλοκο και να είναι, αποτελείται από απλά βασικά πρωταρχικά στοιχεία. Η επαρκής γνώση των πρωταρχικών στοιχείων επιτρέπει την κατανόηση και την αποτελεσματική διαχείριση του κάθε πιθανού συνδυασμού τους. Φαίνεται πως θα ήταν εύστοχη μια προσπάθεια προσδιορισμού των βασικών εννοιών της δομής της ανθρώπινης προσωπικότητας που, μέσω της επιστημονικά και πειραματικά αποδεδειγμένης κατανόησης, θα αποσαφήνιζε τη λειτουργική σημασία τους και ταυτόχρονα θα τους παρουσίαζε σε συνδυασμό με τη μορφολογία και την εξελικτική διαδικασία.

Το βιβλίο αυτό προορίζεται για οποιονδήποτε προσπαθεί να κατανοήσει την ουσία των εσωτερικών ενδοψυχικών διεργασιών, με σκοπό έναν πιο εύστοχο προσδιορισμό των ενεργειών που στο τέλος θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επίτευξη της ψυχικής ισορροπίας και της εσωτερικής αρμονίας. Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται μπορούν να είναι χρήσιμες τόσο για ειδικούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ψυχολογίας, όσο και για ανθρώπους που προσπαθούν να καταλάβουν τον εαυτό τους, να αντιμετωπίσουν ψυχολογικές συγκρούσεις (οι οποίες είναι αναπόφευκτες στην υπάρχουσα δομή της κοινωνίας και της εκπαίδευσης) και να διαχειρίζονται την καθημερινότητά τους με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Αδιαμφισβήτητα, αρκετά θέματα και αρκετές έννοιες που παρουσιάζονται είναι σύνθετα και μπορούν να προκαλέσουν δυσκολίες στην κατανόηση για έναν άπειρο αναγνώστη. Όμως, για τη μελέτη του οποιουδήποτε αντικειμένου είναι απαραίτητο ένα ελάχιστο ποσοστό σχετικών γνώσεων, έτσι ώστε όχι μόνο να γίνει κατανοητή η ουσία των συστατικών και των λεπτομερειών του, αλλά και να επιτευχθεί η εύστοχη διαχείρισή τους.

Με την ίδια αναλογία, η εκμάθηση του χειρισμού του ηλεκτρονικού υπολογιστή απαιτεί ένα ορισμένο επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων λογικής σκέψης. Επομένως, όσοι επιθυμούν να ανακαλύψουν την ουσία του εαυτού τους, αρχίζοντας από τις βασικές έννοιες, να διαχωρίζουν τις λεπτομέρειες της δομής και της λειτουργίας της ψυχής τους και να διαχειρίζονται εύστοχα και αποτελεσματικά την καθημερινότητά τους, είναι αναγκαίο να κατέχουν την απαραίτητη γνώση ορισμένων πραγμάτων και εννοιών ή να την αποκτήσουν. Διότι, δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να πετύχει ένας άνθρωπος όταν το θέλει πραγματικά.