ΔιαταραχέςGuestbookΦάρμακαe-mailΣκοπόςΔημοσιεύσειςΒιογραφικόForum

 

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Η συχνότητα των θεραπευτικών  συνεδριών στην ψυχανάλυση είναι τέσσερις ως πέντε φορές τη βδομάδα και η διάρκεια της θεραπείας δύο ως πέντε ή και περισσότερα χρόνια . Προϋποθέσεις για την επιλογή των ασθενών είναι 1) η σχετικά νεαρή ηλικία , συνήθως κάτω από σαράντα , ώστε να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της προσωπικότητας 2) η ικανότητα του ατόμου για αντοχή στη στέρηση της ικανοποίησης των επιθυμιών , που χαρακτηρίζει την ανάλυση 3) η ύπαρξη ισχυρού εγώ που να μπορεί να παλινδρομήσει (να επιστρέψει δηλαδή σε προηγούμενες φάσεις της ζωής) και να συνειδητοποιήσει απωθημένα βιώματα της παιδικής ηλικίας χωρίς να διασπασθεί 4) η ύπαρξη ενός πλαισίου ζωής που να μπορεί ρεαλιστικά να αλλάξει ."Νευροτικοί" και κυρίως οι ασθενείς με διαταραχές προσωπικότητας εφ' όσον συντρέχουν και οι παραπάνω προϋποθέσεις και είναι επίσης έντονα κινητοποιημένοι για θεραπεία , μπορούν να κάνουν ψυχανάλυση .

Η ψυχανάλυση χρησιμοποιεί τον ονομαζόμενο βασικό κανόνα σύνφωνα νε τον οποίο ο αναλυόμενος δέχεται να αναφέρει ελεύθερα στον αναλυτή οτιδήποτε αυθόρμητα σκέπτεται και νιώθει χωρίς τίποτε να υποκρύπτρει ή να επιλέγει . Η σωστή παρακολούθηση του βασικού κανόνα οδηγεί στον ελεύθερο συνειρμό , που προσφέρει πλούσιο ασυνείδητο υλικό .

Η ψυχανάλυση βασίζεται στη δημιουργία κατάστασης τεχνητής στέρησης του ασθενή που προάγει την παλινδρόμηση του και την καλύτερη ανίχνευση των συγκρούσεων της παιδικής ηλικίας . Η χρησιμοποίηση του ανάκλιντρου με τη σχετική ακινησία που συνεπάγεται , η έλλειψη οπτικής επαφής και επικοινωνίας με τον αναλυτή που κάθεται κοντά αλλά έξω από το οπτικο πεδίο του αναλυόμενου , η έμφαση στον λόγο και όχι στην πράξη , στερούν τον αναλυόμενο από την άμεση ικανοποίηση ή εκτόνωση των επιθυμιών και αναγκών του . Η στέρηση αυτή επιτείνει τις ασυνείδητες επιθυμίες  , οι αμυντικοί μηχανισμοί γίνονται πιο εμφανείς και η ανάλυση διευκολύνεται.

Σκοπός της ψυχανάλυσης είναι η άρση τις απώθησης , η επάνοδος στο συνειδητό ξεχασμένων , δηλαδή απωθημένων , βιωμάτων και κυρίως η προοδευτική σύνθεση του προηγούμενα απωθημένου υλικού με τα δομικά στοιχεία της προσωπικότητας , η οποία αρχίζει έτσι να μεταβάλλεται .

Η ψυχαναλυτική διεργασία χαρακτηρίζεται 1) από την ανάπτυξη έντονης μεταβίβασης , τη μεταβιβαστική δηλαδή νεύρωση 2) από τη θεραπευτική συμμαχία που στηρίζεται στην ανάπτυξη βασικής εμπιστοσύνης από τον αναλυόμενο προς τον αναλυτή και χαρακτηρίζεται από την ολοκληρωτική συνεργασία μαζί του 3)από την αντίσταση στην ανάλυση , που αναπόφευκτα συνυπάρχει καθώς η άρση της απώθησης είναι απειλητική για τον ασθενή (φοβάται την αποκάλυψη άγνωστων στοιχείων του εαυτού του , φοβάται την αλλαγή της προσωπικότητάς του που μπορεί να σημαίνει ανάληψη ευθύνης από μέρος του και απώλεια της φροντίδας που δέχεται από τους άλλους κ.ο.κ) 4) από τη θεραπευτική επεξεργασία , που αναφέρεται στην ανάγκη για συνεχείς και επανειλλημένες ερμηνευτικές παρεμβάσεις του αναλυτή για το ίδιο απωθημένο σύμπλεγμα ως ότου συνειδητά ελεγχθεί και αφομειωθεί . Η τελική φάση της θεραπείας είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς απευθύνεται στη λύση της μεταβιβαστικής νεύρωσης και την καλύτερη προσαρμογή του ασθενή .

Η επέμβαση του αναλυτή στις συγκρούσεις του αναλυόμενου γίνεται με τη χρησιμοποίηση της ερμηνείας . Η ερμηνεία αποσκοπεί στο να αποδώσει εναισθησία στον αναλυόμενο , τόσο νοητική όσο και κυρίως συναισθηματική , των ασυνείδητων αντιστάσεων , αμυντικών μηχανισμών επιθυμιών και φαντασιών του , που αποτελούν τα στοιχεία των συγκρούσεων . Ερμηνεύονται η μεταβίβαση , τα όνειρα , τρέχουσες συγκρούσεις και οι ιστορικές συνδέσεις τους με το παρελθόν δηλ. οι παιδικες συγκρούσεις . Ιδιαίτερα η ερμηνεία των ονείρων αποτελεί βασικό στοιχείο της ψυχανάλυσης . Το όνειρο , όπως τόνισε ο Freud ,αποτελεί "το βασιλικό δρόμο για το ασυνείδητο" και ο ελεύθερος συνειρμός του αναλυόμενου πάνω στους συμβολισμούς του ονείρου αποκαλύπτει πολλές φορές βαθιά κρυμμένες επιθυμίες και φαντασιώσεις τις παιδικής ηλικίας .